Ρά

Ρά
I
Αιγυπτιακός θεός του Ήλιου, που λατρευόταν ιδιαίτερα στην Ηλιούπολη, κοντά στο σημερινό Κάιρο, όπου ταυτίστηκε με τον Ατούμ (Ατούμ - Ρα) και με τον Ώρο (Ρα - Xop - Άχτι) και θεωρήθηκε θεός δημιουργός. Κατά το Νέο Βασίλειο ταυτίστηκε με τον Άμμωνα* υπό τη μορφή του Άμον-Ρα. Κύριος της κοσμικής τάξης και πατέρας της Μάατ, της θεάς της αλήθειας και της δικαιοσύνης, είχε ανθρωπόμορφη όψη με κεφάλι γερακιού· το λατρευτικό του σύμβολο ήταν ο οβελίσκος. Από την 5η δυναστεία απέκτησε μεγάλη σημασία: στην περίοδο αυτή χτίστηκαν προς τιμήν του μεγαλοπρεπείς ναοί, συγκεντρωμένοι γύρω από ένα οβελίσκο και οι φαραώ προσέλαβαν και τον τίτλο «Γιος του Ρα».
II
Ονομασία ενός πλοιαρίου που κατασκευάστηκε, όπως ακριβώς τα αρχαία αιγυπτιακά σκάφη, από αιθιοπικό πάπυρο. Με το πλοιάριο αυτό ο Νορβηγός εθνολόγος Τ. Χέγερνταλ προσπάθησε να διασχίσει τον Ατλαντικό Ωκεανό το 1969. Η προσπάθεια αυτή ήταν ανεπιτυχής, εξαιτίας ελαττωμάτων στην κατασκευή του πλοιαρίου. Σκοπός του Χέγερνταλ ήταν να αποδείξει ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι μπορούσαν να έχουν επαφές με τους πρώτους κάτοικους της Αμερικής.
Το 1970, ο Χέγερνταλ μαζί με άλλους 7 συντρόφους του, ανέλαβε μια νέα αποστολή με ένα άλλο πλοίο. Το «Ρα II», που ξεκίνησε από το Σάφι του Μαρόκου στις 17 Μαΐου, έφτασε στο νησί Μπαρμπάντος στις 12 Ιουλίου.
* * *
ο / Ρᾱ, ΝΑ
μυθ. ο θεός τού Ηλίου, η πρώτη και σπουδαιότερη θεότητα τών αρχαίων Αιγυπτίων.

Dictionary of Greek. 2013.


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»